Στην έρημο μόνος βάδιζες
Μια μικρή όαση αναζητούσες …
Την όαση που θα έδιωχνε τη δίψα από τα
ξεραμένα χείλη σου
Την όαση που θα έφερνε το αεράκι εκείνο
το δροσερό
Το αεράκι εκείνο που θα έδιωχνε τον
ιδρώτα από το χλωμό σου πρόσωπο …
Ένα δέντρο αναζητούσες …
Το δέντρο που θα άφηνες τον ύπνο να σε
βρει κάτω από τη φυλλωσιά του,
Το δέντρο που θα σε προστάτευε από τα
αιχμηρά δόντια του οδηγού σου
Ενός οδηγού έτοιμου να σε κατασπαράξει
Ένα δέντρο αναζητούσες … μια κρυψώνα
Ένα ρυάκι αναζητούσες…
Το ρυάκι που θα σε έκανε να θυμηθείς τη
δροσιά του νερού,
Πληγές που άνοιγαν όρνια στο διάβα τους
κάθε φορά που σε νικούσε η εξάντληση…
Λίγο νερό να ξεδιψάσεις αναζητούσες…
Μα πόσοι άραγε ταξίδεψαν στην έρημο και
κατάφεραν να βρουν ένα δέντρο, ένα ρυάκι;
Αναρωτήθηκες ποτέ;
Πόσοι κατάφεραν να ξεφύγουν από τα
βιαστικά όρνια;
Tα
είδες στο διάβα σου να τρώνε λαίμαργα
εξαντλημένους ταξιδιώτες…
Εσύ είσαι ακόμα ζωντανός όμως και αυτό
σου αρκεί…
Συνεχίζεις…
Κάνεις τη δύναμή σου οδηγό και συνεχίζεις
να βαδίζεις…
Συνεχίζεις να αναζητάς όσα αναζητούσες
τότε…
Και ας μην μπορείς να σκεφτείς πλέον το
γιατί…
Συνεχίζεις…
E.K.
E.K.

No comments:
Post a Comment